Πέμπτη 19 Απριλίου 2012

ΕΝΟΣ ΔΡΑΠΕΤΗ ΟΝΕΙΡΟ


Αθήνα μου, Πόλη του ψηφιδωτού.
Πολύχρωμα πετραδάκια σπρώχνουν το ένα το άλλο προσπαθώντας βίαια να πάρουν μια θέση στο έργο Σου. Πετραδάκια χαμένα και μπερδεμένα στα σκόρπια ιστορικά παντρέματα. Αδιαμόρφωτη εικόνα με εμμονή στο ανακάτεμα. Η συλλογικότητα πόθος στηριγμένος στην άμμο της ταλαιπωρημένης κλεψύδρας Σου. Έτσι ήρθε και ο καιρός του μαστίγιου να βεβαιώσει το κακό. Η ώρα να αντικρύσουμε τους μετέωρους εαυτούς μας στα μάτια των άλλων, στους καθρέφτες της ψυχής μας. Εκεί να λογομαχήσουμε, να βρίσουμε, να φουντώσουμε, να ξενερώσουμε και να φύγουμε θολωμένοι στο μίσος. Αστείοι και μόνο!
Ταξιτζήδες μπουχτισμένοι στην αδικία τους, δημόσιοι υπάλληλοι εξιλαστήρια θύματα στην αρένα της τηλεόρασης. Πορφυρές κούνιες να καταριούνται συνδικαλιστές. Κομμουνιστές που τρέμουν αναρχικούς. Αναρχικοί που ρίζωσαν στα σοκάκια και στη μολότοφ της καρδιάς τους, να την πετάνε στα πάνοπλα σκυλιά της ασυνειδησίας. Μίλια μακριά από κοινόβια στη φύση και τη φάρμα. Όλοι μαζί κάθε πρωί στα σουπερμάρκετ της γειτονιάς να επισφραγίζουμε ρόλους και το βράδυ κατάρες, δυστυχία με παρηγοριά μια μπύρα, Γερμανική. Όλοι μαζί στο ατέλειωτο αλκοολικό μας νταραβέρι όσο τσιμπολογάμε πατάτες υβρίδια απο σπόρους πολυεθνικών. Γλοιώδεις νεοφιλελεύθεροι που ελπίζουν να καρπωθούν την έσχατη στιγμή κάποιο καρβέλι από το δηλητηριασμένο σύστημα. Χτικιάρηδες τολμηροί που υψώνουν τη φωνή του εγωισμού και  της πνευματικής τους θολούρας. Από κάτω κάποια παλαμάκια να θυμίζουν συνεχώς την αστειότητα των εποχών. Δεν κλαίω φυσικά, παρατηρώ. Ταξιδεύω στα χωριά και τους εγκαταλελειμμένους κάμπους. Στις πηγές που χύνουν το παρθένο νέκταρ δίχως πια νέους ξεδιψαστές. Όλα είναι στη θέση τους, όπως και εμείς στη δική μας. Καταθλιπτικοί, νευρωτικοί και εγκλωβισμένοι στο κλουβί της πόλης, σαν άγρια θηρία έτοιμα να κανιβαλλίσουν για ένα κομμάτι τυρί και ένα μονόλεπτο οργασμικό κλάμα. Ανίκανοι να δούμε έξω από Αυτήν. Έγινε η Αθήνα σπηλιά του Πλάτωνα, και οι εξεγέρσεις μια εκτόνωση για να ξαναφορέσουμε τις αλυσίδες με την ησυχία μας. Συνειδησιακά μπαλώματα με μαστίγιο και αυτομαστίγωμα, έγινε συνήθεια που δεν κόβεται με μια κοφτή κουβέντα. Η Καριέρα, μώλος μηχανοκίνητων μυαλών, με την άγκυρα τους να μουχλιάζει την καρδιά και το φώς μέσα στα φύκια της υποκρισίας. Ως ψυχασθενείς θα μας δούμε που άνοιξαν ξαφνικά τα μάτια ορθάνοιχτα. Παρέες-παρέες θα φύγουμε τότε σε κάποιο νέο χωριό, να ζήσουμε την ευτυχία μας με χρώμα και χαμόγελα. Να δουλέψουμε για την τροφή μας, την αγνή και την φωτεινή. Απαλλαγμένη από δηλητήρια. Το νερό από την πηγή στο δίπλα βουναλάκι. Και άλλοι παραδίπλα με κήπους και ζαρζαβατικά. Γουρούνια, κότες και φωτοβολταικά. Εκεί να γελάμε και να χορεύουμε μεθυσμένοι από ζωή. Ελεύθεροι και συνειδητοί θεέ μου. Προβάλλοντας την ευτυχία και όχι πολεμώντας την δυστυχία. Την ποτίζαμε με μίσος να επιστρέφει όρθια και τρομακτική, καλοφορτισμένη μπαταρία στα χέρια ασυνείδητων. Θα φύγω με βλέμμα καθάριο για καιρούς αγάπης σε μια ζωή που γεύομαι κάθε μέρα ώς δώρο εξ'ουρανού, και όχι σαν βαρύδι που ξεφορτώνει η ματιά σε ανύποπτους περαστικούς του φωτόφοβου Μετρό. Εκεί που γέμισε βλέμματα πεινασμένου καρχαρία και ψυχές αχόρταγης ρουφήχτρας. Αχ Αθήνα με το ψηφιδωτό Σου! Και αν το χαμόγελο δεν χώρεσε στο έργο Σου, και αν η υποκρισία αγκάλιασε το θρέμμα Σου, εγώ να ξέρεις θα δραπετεύσω!

Δεν υπάρχουν σχόλια: